απογοητεύω / απογοητεύομαι /a.po.i̯.e.fˈve.vo/ Verb

English
disappoint
Italiano
deludere

Example

  • Η νέα ενημέρωση του AI δεν **απογοήτευσε** κανέναν. [Απογοητεύω / Εκπληρώνω / Κερδίζω] — Η τεχνολογία μας κράτησε το επίπεδο.
  • The new AI update did not disappoint.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο αόριστος (απογοήτευσε) για μια ολοκληρωμένη δράση.