αποκαλύπτω / reveal /riˈviːl/ Verb
- English
- reveal
- Italiano
- svelare
Example
- Η εταιρεία αρνήθηκε να [αποκαλύψει] τα στοιχεία της συγχώνευσης. (ΕΞΕΣΚΕΠΑΣΜΑ)
- The company refused to reveal the details of the merger.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο Αόριστος (αποκάλυψε) για την άρνηση.