αποκτώ /apokˈto/ Verb
- English
- obtain
- Italiano
- ottenere
Example
- Η εταιρεία ελπίζει να [αποκτήσει] (εξασφαλίσει / κερδίσει / λάβει) άδεια λειτουργίας στη νέα αγορά.
- The company hopes to obtain a license to operate in the new market.
- Το 'αποκτήσω' είναι το κλειδί για επίσημες άδειες.