απόλυση /a.poˈli.si/ Noun

English
dismissal
Italiano
licenziamento

Example

  • Μαχόταν την **απόλυσή** του στα δικαστήρια (Η **απόλυση** / Η **απομάκρυνση** / Η **λύση συνεργασίας**) — Δίνει μάχη νομική, έντονο το συναίσθημα.
  • He is fighting his dismissal in court.
  • Η 'απόλυση' είναι ο πιο συνηθισμένος και ουδέτερος όρος για την εργασιακή λύση.