απορρίπτω /aporˈripto/ Verb
- English
- reject
- Italiano
- respingere
Example
- Το σύστημα θα [απορρίψει] (αποκρούει / απορρίπτει ως αβάσιμο) κάθε κωδικό που είναι πολύ σύντομος.
- The system will reject any password that is too short.
- Εδώ χρησιμοποιείται η τεχνική έννοια, σαν να 'πετάς' κάτι.