αποσπώ /ɪkˈstrækt/ Verb

English
extract
Italiano
estrarre

Example

  • Η μηχανή [αποσπά] περίσσια υγρασία από τον αέρα.
  • A machine that extracts excess moisture from the air.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το ατελές για συνεχή δράση.