αποτέλεσμα /apoteˈlesma/ Noun

English
outcome
Italiano
esito

Example

  • Το **αποτέλεσμα** (κατάληξη / έκβαση / συνέπεια) των εκλογών σόκαρε τους πάντες.
  • The outcome of the election surprised everyone.
  • Το 'αποτέλεσμα' είναι η πιο συχνή και ουδέτερη επιλογή.