απόθεμα /aˈθevma/ Noun
- English
- stock
- Italiano
- merce
Example
- Το κατάστημα έχει γρήγορο κύκλο εργασιών στο [απόθεμα] (αποθέματος / εμπορευμάτων / προμηθειών) — η ζήτηση είναι τεράστια.
- We have a fast turnover of stock.
- Το 'απόθεμα' είναι ο πιο ουδέτερος όρος για εμπορικές ποσότητες.