απρόσεκτος /aproˈsɛktos/ Επιθετικό
- English
- careless
- Italiano
- sbadato
Example
- Ήταν μια **απρόσεκτη** (αβλεψία / βιασύνη / αμέλεια) κίνηση να αφήσεις την πόρτα ξεκλείδωτη.
- It was a careless mistake to leave the door unlocked.
- Εδώ τονίζουμε την έλλειψη ελέγχου της στιγμής.