διαφωνία /ðiaˈfonia/ Noun
- English
- argument
- Italiano
- litigio
Example
- Είχαν μια έντονη [διαφωνία] (αντιπαράθεση / φιλονικία) για το ποιος θα οδηγούσε.
- They had a heated argument about who should drive.
- Εδώ η 'διαφωνία' είναι πιο φυσική για τη σύγκρουση.