αρχή /aɾˈçi/ Noun
- English
- principle
- Italiano
- principio
Example
- Έχει υψηλές ηθικές [αρχές] (θεμέλιο / αξίες / κανόνες) — είναι ο τύπος του ανθρώπου που δεν κάνει πίσω.
- She has high moral principles.
- Εδώ η «αρχή» είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ηθική ταυτότητα.