αρχικός /arˈt͡ʃikos/ Adjective
- English
- initial
- Italiano
- iniziale
Example
- Υπάρχει μια **αρχική** καταβολή 60€. [INLINE SYNONYMY: εναρκτήριος (πρώτη/θεμελιώδης/θεμελιώδης) — of: There is an initial payment of £60.]
- There is an initial payment of £60.
- Το 'αρχική' εδώ τονίζει την πρώτη δόση.