αστικός /aˈsti.kos/ AdjectiveEnglishurbanItalianourbanoExampleΟ αστικός πληθυσμός χτίζει (χτίζει/χτίσει) ταχύτατα.The urban population is growing rapidly.Εδώ χρησιμοποιούμε το ατελές (χτίζει) για συνεχή δράση.