ασθένεια /asˈθenja/ Noun

English
illness
Italiano
malattia

Example

  • Ο ιός μπορεί να προκαλέσει [ασθένεια] στους ανθρώπους.
  • The virus can cause illness in humans.
  • Η λέξη είναι ουδέτερη και ταιριάζει σε κάθε πλαίσιο.