Αυγή /aˈvʝi/ Noun

English
dawn
Italiano
alba

Example

  • Η μελισσοκομία άρχισε με την [Αυγή] (Ανατολή / Λάμψη / Φως) — τα πουλιά άρχισαν να κελαηδούν με την αυγή.
  • The birds began to sing at dawn.
  • Η 'αυγή' εδώ είναι η στιγμή, όχι η πράξη του ξημερώματος.