Μπαλόνι /baˈloni/ Ουσιαστικό
- English
- balloon
- Italiano
- palloncino
Example
- Τα παιδιά έπαιζαν με ένα πολύχρωμο μπαλόνι (φούσκα / αερόστατο) στο πάρκο.
- The children played with a colorful balloon at the park.
- Το 'μπαλόνι' είναι η καθολική λέξη για το παιχνίδι.