υπνοδωμάτιο /ipnoðoˈmitio/ Noun
- English
- bedroom
- Italiano
- camera da letto
Example
- Πρέπει να καθαρίσω το υπνοδωμάτιό μου πριν έρθουν οι καλεσμένοι.
- I need to clean my bedroom before the guests arrive.
- Η 'κρεβατοκάμαρα' είναι πιο ζεστή και προσωπική λέξη.