Αποτυχία / Βομβαρδισμός /bɔmbiŋg/ Noun
- English
- bombing
- Italiano
- bombardamento
Example
- Η πόλη αναρρώνει από τον πρόσφατο [πλήγμα / σφοδρή επίθεση / καταστροφή] της.
- The city is recovering from the recent bombing.
- Το 'πλήγμα' είναι πιο κομψό για την αποκατάσταση.