καλύβα /kaˈli.va/ NounEnglishcabinItalianobaitaExampleΗ παλιά μου **καμπίνα** (θάλαμος / θάλαμος / θάλαμος) στη θάλασσα με έκανε να νιώθω άσχημα.I lay in my cabin feeling miserably seasick.Στα πλοία, η 'καμπίνα' είναι ο θάλαμος διαμονής.