καζίνο /kaˈzino/ Noun

English
casino
Italiano
casinò

Example

  • Πέρασαν τη νύχτα τους στο [καζίνο] του Ατλάντικ Σίτι.
  • They spent the night at a casino in Atlantic City.
  • Η λέξη είναι δάνειο, οπότε η χρήση της είναι άμεση και καθολική.