χαρακτηριστικό /xaraktiɾiˈstiko/ Noun
- English
- trait
- Italiano
- caratteristica
Example
- Το χιούμορ είναι ένας [χαρακτήρας] που βοηθά στις αγχωτικές καταστάσεις.
- Humor is a trait that helps in stressful situations.
- Εδώ το 'χαρακτήρας' λειτουργεί ως το πιο φυσικό αντίστοιχο του 'trait'.