χειρονομία /t͡ɕer.o.noˈmi.a/ Noun

English
gesture
Italiano
gesto

Example

  • Έκανε μια αγενή [χειρονομία] (χειρονομία / κίνηση / νεύμα) στον οδηγό.
  • He made a rude gesture at the driver.
  • Εδώ η 'χειρονομία' είναι η πιο τυπική και δυνατή επιλογή.