Χειρουργός /çiɾuɾˈɣos/ Noun
- English
- surgeon
- Italiano
- chirurgo
Example
- Ο [χειρουργός] (νευροχειρουργός / καρδιοχειρουργός / πλαστικός) ετοιμάστηκε για την επέμβαση.
- The surgeon scrubbed in for the operation.
- Η λέξη είναι κοινή και ουδέτερη, αλλά η εξειδίκευση (π.χ. νευρο-) προσθέτει κύρος.