Δαίμονας /ðeˈmonas/ Noun

English
demon
Italiano
demone

Example

  • Ο θρύλος λέει πως ο [Δαίμονας] στοιχειώνει το δάσος.
  • The folklore tells of a demon that haunts the forest.
  • Εδώ χρησιμοποιείται με την έννοια του φαντάσματος/πνεύματος.