Δαπάνη /ðaˈpani/ Noun
- English
- expenditure
- Italiano
- dispendio
Example
- Η κυβέρνηση προσπαθεί να περιορίσει τη στρατιωτική ΔΑΠΑΝΗ (δαπάνη / έξοδο / εκροή) — της: Η κυβέρνηση προσπαθεί να περιορίσει τη στρατιωτική δαπάνη.
- The government is trying to curb military expenditure.
- Η «δαπάνη» είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος εδώ.