δείκτης /ðiɣˈdiktis/ Noun
- English
- indicator
- Italiano
- indicatore
Example
- Οι οικονομικοί δείκτες είναι καλύτεροι από το αναμενόμενο. (Υπόδειξη: δείκτης / μέτρο / σημάδι — της: Οι οικονομικοί δείκτες είναι καλύτεροι από το αναμενόμενο.)
- The economic indicators are better than expected.
- Εδώ το «δείκτης» είναι το πιο τυπικό και ακριβές.