ΔΙΑΔΡΟΜΗ /ðjaˈðromi/ Noun

English
pathway
Italiano
percorso

Example

  • Βγήκαν από το δάσος και βρέθηκαν σε μια χωμάτινη [Διαδρομή] στρωμένη με χαλίκι.
  • They came out of the woods and onto a gravel pathway.
  • Εδώ η 'Διαδρομή' (Diadromi) είναι η πιο φυσική επιλογή για περπάτημα.