διαφέρω /ði.fɛ́.ro/ Verb

English
differ
Italiano
divergere

Example

  • Οι τιμές των δύο προϊόντων **διαφέρουν** σημαντικά. [διαφέρω / διακρίνομαι / αποκλίνω] — of: The two products differ in price.
  • The two products differ in price.
  • Το «διαφέρουν» εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή για σύγκριση κόστους.