διαφέρω / ποικίλλω /ðiˈfɛro/ Ρήμα

English
vary
Italiano
variare

Example

  • Οι νέες τεχνικές εισήχθησαν με **διαφέρουσες** (ποικίλλω / αλλάζω / διαφέρω) βαθμούς επιτυχίας.
  • New techniques were introduced with varying degrees of success.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ως επίθετο, παράγωγο του ρήματος.