Διχασμός /ði.xaˈzmos/ Noun

English
division
Italiano
divisione

Example

  • Ο οργανισμός μεγαλώνει με τη **διαίρεση** των κυττάρων.
  • The organism grows by cell division.
  • Εδώ χρησιμοποιείται η επιστημονική έννοια.