Shipping (ως ρήμα/υποστήριξη ζευγαριών) /ˈʃɪpɪŋ/ Noun
- English
- shipping
- Italiano
- spedizione / shippare
Example
- Το κανάλι είναι ανοιχτό για την [Διακίνηση] (Μεταφορά / Αποστολές).
- The canal is open to shipping.
- Εδώ το 'shipping' αφορά τη διέλευση πλοίων.