Διάλεξη /ðiˈaleksi/ Noun

English
lecture
Italiano
lezione / predica

Example

  • Η διάλεξη του καθηγητή ήταν απίστευτα διαφωτιστική.
  • The professor's lecture was incredibly insightful.
  • Η λέξη 'διάλεξη' είναι η πιο συνηθισμένη επιλογή.