διαλύομαι /ðiaˈli.o.me/ Verb
- English
- dissolve
- Italiano
- sciogliere
Example
- Ανακάτεψε καλά μέχρι να **διαλυθεί** η ζάχαρη. [Λιώνω / Τήκω / Εξαφανίζω] — του: Ανακάτεψε καλά μέχρι να λιώσει η ζάχαρη.
- Stir until the sugar dissolves.
- Το «διαλύομαι» (αόριστος) είναι η πιο φυσική επιλογή για την ολοκληρωμένη πράξη.