διαπραγμάτευση /ðjɐprɐɣmɐˈtɛft͡si] Noun

English
negotiation
Italiano
trattativa

Example

  • Οι μακρές [διαπραγματεύσεις] (διαβούλευση / συζήτηση / διαπραγμάτευση) κράτησαν τρεις μήνες.
  • The peace negotiations lasted for three months.
  • Η λέξη 'διαπραγματεύσεις' στον πληθυντικό είναι η πιο συνηθισμένη έκφραση για τη διαδικασία.