έχω την τάση /ˈe.xo ti ˈtan.di/ Επιθετικό
- English
- inclined
- Italiano
- propendere
Example
- Ήταν [διατεθειμένη να εμπιστευτεί] τον Γιώργο, παρά τις φήμες.
- She was inclined to trust him despite the rumors.
- Εδώ το «διατεθειμένος» δίνει βάθος στην εσωτερική απόφαση.