Διατηρώ /ʌpˈhoʊld/ Verb
- English
- uphold
- Italiano
- sostenere
Example
- Η δικαστική απόφαση θα **διατηρήσει** (διατηρώ / επιβεβαιώσει / συντηρήσει) τα δικαιώματα των πολιτών.
- The court will uphold the rights of the citizens.
- Εδώ τονίζεται η νομική ισχύς και η συνέχεια.