Δίαιτα /ðiˈɛta/ Noun

English
diet
Italiano
dieta

Example

  • Μια υγιεινή διατροφή (περιλαμβάνει / περιέχει / αποτελείται) από άφθονα φρούτα και λαχανικά.
  • A healthy diet includes plenty of fruits and vegetables.
  • Η 'Διατροφή' είναι ο πιο ουδέτερος και επιστημονικός όρος.