διατυπώνω /ðjatipó̱no/ Verb
- English
- formulate
- Italiano
- elaborare
Example
- Η κυβέρνηση προσπαθεί να [διατυπώσει] (εκφράσει / συντάξει / διαμορφώσει) μια νέα οικονομική πολιτική.
- The government is trying to formulate a new economic policy.
- Εδώ τονίζεται η επίσημη και δομημένη φύση της δήλωσης.