Δικαιολόγηση /ðikɛoloyˈiʃi/ Noun

English
justification
Italiano
giustificazione

Example

  • Δεν υπάρχει καμία **δικαιολόγηση** (απολύτως καμία / καμία λογική / κανένα έρεισμα) για αυτές τις εξωφρενικές τιμές.
  • There is no justification for such high prices.
  • Εδώ η 'δικαιολόγηση' τονίζει την έλλειψη ηθικού ή λογικού ερείσματος.