Δικαστήριο /ðikastíɾio/ Noun
- English
- court
- Italiano
- tribunale
Example
- Το αστικό [δικαστήριο] (αίθουσα / έδρα / έδραση) χειρίζεται τη διαφορά της ιδιοκτησίας.
- The civil courts are handling the property dispute.
- Το 'δικαστήριο' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος.