Δικηγόρος /ði.ciˈɣo.ros/ Noun

English
lawyer
Italiano
avvocato

Example

  • Η Μαρία αποφάσισε να προσλάβει έναν **δικηγόρο** (συνήγορος / νομικός) για να χειριστεί το διαζύγιό της.
  • She decided to hire a lawyer to handle her divorce.
  • Η επιλογή του 'συνήγορος' δίνει έμφαση στην υπεράσπιση.