Δήλωση /ðiˈlosi/ Noun
- English
- declaration
- Italiano
- dichiarazione
Example
- Η κυβέρνηση εξέδωσε μια επίσημη δήλωση πρόθεσης. (Η Κυβέρνηση εξέδωσε μια επίσημη **δήλωση** πρόθεσης.)
- The government issued a formal declaration of intent.
- Το «δήλωση» είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.