Δημιουργός /ði.mi.urˈʝos/ Noun

English
creator
Italiano
creatore

Example

  • Ο Γουόλτ Ντίσνεϋ ήταν ο **δημιουργός** του Μίκυ Μάους.
  • Walt Disney was the creator of Mickey Mouse.
  • Το 'δημιουργός' είναι η πιο ζεστή και καθολική επιλογή εδώ.