Δημοφιλής /ði.mo.fiˈlis/ Επικρατών

English
popular
Italiano
popolare

Example

  • Η Ανδαλουσία είναι ένας [δημοφιλής] τουριστικός προορισμός.
  • Andalucia is a popular tourist destination.
  • Χρησιμοποιείται για μέρη και πράγματα.