κοινό /ciˈo/ Adjective
- English
- public
- Italiano
- pubblico
Example
- Η εκστρατεία στοχεύει στην αύξηση της δημοσίων (κοινός / λαϊκός / γενικός) ευαισθητοποίησης για τα ζητήματα.
- The campaign is designed to increase public awareness of the issues.
- Εδώ χρησιμοποιείται το ουδέτερο 'δημόσια' ως ουσιαστικό, αλλά η ρίζα είναι η ίδια.