πατέντα /paˈtenda/ Noun
- English
- patent
- Italiano
- brevetto
Example
- Η startup κατέθεσε αίτηση για το [δίπλωμα ευρεσιτεχνίας] (πατέντα / ευρεσιτεχνία) για τον νέο αλγόριθμο AI.
- She filed a patent on her new solar panel design.
- Στην καθημερινότητα, το 'πατέντα' είναι ο βασιλιάς.