καταδεικνύω /kataðikˈnvo/ Verb
- English
- indicate
- Italiano
- indicare
Example
- Η λυχνία του ταμπλό [δείχνει] (υποδηλώνει/σηματοδοτεί) χαμηλή πίεση ελαστικού.
- The dashboard lights indicate a low tire pressure.
- Το 'δείχνω' είναι το πιο άμεσο και καθημερινό.