δώδεκα /ˈðoðeka/ Noun
- English
- twelve
- Italiano
- dodici
Example
- Δώδεκα (οἱ δώδεκα / οἱ δώδεκα / οἱ δώδεκα) — Από αυτά τα σπάνια ζώα, έχουν απομείνει μόνο δώδεκα στον κόσμο.
- There are only twelve of these rare animals left in the wild.
- Η χρήση του άρθρου 'οι' πριν το δώδεκα τονίζει την ομάδα.