Δρομέας /ðroˈme.as/ Noun

English
runner
Italiano
corridore

Example

  • Είναι μαραθωνοδρόμος, μια αληθινή [δρομέας] μεγάλων αποστάσεων.
  • She is a long-distance runner.
  • Η λέξη «δρομέας» είναι η πιο άμεση και ουδέτερη μετάφραση.