εφεύρεση /efˈevrɛzi/ Noun

English
invention
Italiano
invenzione

Example

  • Το τηλέφωνο ήταν μια **εφεύρεση** που άλλαξε τη ζωή μας. (δημιούργημα / καινοτομία / πρωτοτυπία)
  • The telephone was a life-changing invention.
  • Η λέξη τονίζει την πρωτοτυπία της ιδέας.